Μέρες ντροπής για την κυβέρνηση

του Αλέξανδρου Αρβανιτάκη

Με μεγάλη έκπληξη η ελληνική κοινωνία έγινε μάρτυρας ντροπιαστικών εξελίξεων στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου, όπου αιφνιδιαστικά και εν κρυπτώ μετέβησαν εκατοντάδες άνδρες των ΜΑΤ για να επιβάλλουν την κυβερνητική πολιτική με ξύλο και δακρυγόνα.

Η χθεσινή ημέρα ήταν η φυσική κατάληξη μιας πολιτικής εκ μέρους του κ. Μητσοτάκη (και των υπουργών του), που γνωρίζει από την ημέρα ανάληψης της διακυβέρνησης διαρκείς παλινδρομήσεις.

Τα ΜΜΕ αλλά και ένθερμοι υποστηρικτές της κυβέρνησης προσπαθούσαν να πείσουν ότι όλη η αντίδραση οφείλεται στην επιδίωξη των νησιωτών να φύγει το πρόβλημα από τους ίδιους και να μεταβιβαστεί στους κατοίκους της ενδοχώρας. Πράγματι, η αποσυμφόρηση των νησιών αλλά ακόμα και η παροχή ταξιδιωτικών εγγράφων προς τους μετανάστες για να μεταβούν στις χώρες που επιθυμούν αποτελούν κεντρικές πολιτικές θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ και του ΚΚΕ και μέρος των ψηφισμάτων που ανακοινώνουν φορείς των νησιών.

Πέραν όμως της Αριστεράς την αποσυμφόρηση των νησιών είχε ως κεντρική θέση ο ίδιος ο κ. Μητσοτάκης τόσο προεκλογικά όσο και μέχρι πρόσφατα, ως κυβέρνηση δηλαδή, καθώς πίεζε δήμους και περιφέρειες της ενδοχώρας να επιδείξουν αλληλεγγύη στα νησιά και να δεχτούν σε ανοικτά κέντρα φιλοξενίας και σε μισθωμένα διαμερίσματα αιτούντες άσυλο.

Σήμερα, η κυβέρνηση διατείνεται ότι οι διαμαρτυρίες αποτελούν αντίθεση στα κλειστά κέντρα από την Αριστερά που επιθυμεί ανοικτά σύνορα και διάχυση του προβλήματος στην υπόλοιπη Ελλάδα. Για την αποσυμφόρηση τα πράγματα είναι σαφές ποιος την είχε κάνει κεντρική πολιτική επιλογή. Για τα σύνορα υπεύθυνη είναι η κυβέρνηση, η οποία απέτυχε να περιορίσει τις αφίξεις δια θαλάσσης στα νησιά ενώ προκλητικά άφησε επί σειρά μηνών τον Έβρο διάπλατα ανοικτό.

Ακόμα όμως και στο κεντρικό ζητούμενο που αφορά τη δημιουργία των κλειστών κέντρων η υποκρισία περισσεύει. Πρώτον, τα κέντρα που πρόκειται να δημιουργήσει η κυβέρνηση δεν θα είναι κλειστά, θα είναι ανοικτά κέντρα φιλοξενίας όπου οι διαμένοντες θα μπαινοβγαίνουν απρόσκοπτα. Δεν είναι Αμυγδαλέζες τα νέα κέντρα, δεν αποτελούν προαναχωρησιακά κέντρα για επαναπροωθήσεις αλλά χώρους φιλοξενίας ενόψει της εξέτασης της αίτησης ασύλου εκάστου αιτούντος. Δεύτερον, η δυναμικότητά τους δεν επαρκεί επουδενί για τη φιλοξενία όσων ήδη βρίσκονται στα κέντρα της Μόριας, του Βαθύ, της ΒΙΑΛ κ.λπ. Στον παραπάνω αριθμό, που ξεπερνά τις 50.000 σήμερα, θα πρέπει να συνυπολογίσουμε τις νέες αφίξεις, ο αριθμός των οποίων είναι πολλαπλάσιος του πιο αισιόδοξου προγραμματισμού επαναπροωθήσεων της κυβέρνησης. Άρα η κυβέρνηση ψεύδεται συνολικά, ακόμα και τώρα που υποτίθεται ότι αποφάσισε να ακολουθήσει «σκληρή» γραμμή.

Τέλος, είναι ξεκάθαρο ότι η χάραξη μιας πολιτικής είναι πολύ δύσκολη, ιδίως στους ασφυκτικούς χρονικούς περιορισμούς. Χάθηκε πολύτιμος χρόνος και εξαντλήθηκαν οι αντοχές των νησιωτών. Για να κερδίσει χρόνο οφείλει η κυβέρνηση να προχωρήσει σε δραστικές ενέργειες για να αντιμετωπιστεί η κρίση.

Χρειάζονται:

– Δραστικός περιορισμός νέων ροών μεταναστών μέσω δημιουργίας γραφείων στα προξενεία Κωνσταντινούπολης και Σμύρνης για νόμιμη υποβολή αιτημάτων ασύλου και απέλασης όσων μεταναστών εισέρχονται παράνομα στη χώρα.

– Δημιουργία πολλών κλειστών κέντρων φιλοξενίας για τους αιτούντες άσυλο και κλειστών προαναχωρησιακών κέντρων για μετανάστες προς επαναπροώθηση σε έρημες νησίδες πέριξ των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου.

– Πρόσβαση σε προγράμματα ένταξης και φιλοξενίας όχι των αιτούντων άσυλο αλλά μόνο όσων η αίτηση γίνεται αποδεκτή, αυστηροποίηση της διαδικασίας ασύλου με παροχή μόνο σε προερχόμενους από εμπόλεμες περιοχές.

– Πίεση προς τις χώρες προέλευσης των μεταναστών να δεχθούν επαναπροωθήσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο με παροχή αναπτυξιακής βοήθειας και απειλή διακοπής εμπορικών σχέσεων.

Προφανώς και για τα παραπάνω απαιτείται αξιόπιστη στάση εκ μέρους της κυβέρνησης, κάτι που παραμένει ζητούμενο επί 7,5 μήνες στο μεταναστευτικό.

Τα κείμενα που φιλοξενούνται στον ιστότοπο δεν είναι θέσεις της Δημοκρατικής Αναγέννησης. Είναι, κυρίως, προτάσεις της Επιτροπής Ανασυγκρότησής της. Η οριστικοποίησή τους θα γίνει εν καιρώ από τα όργανά της.

Τίποτα λιγότερο

του Γιάννη Παναγιωτακόπουλου

Τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια παρατηρούμε δύο πολιτικά γεγονότα που εξελίσσονται παράλληλα και συνδέονται άμεσα μεταξύ τους. Το πρώτο είναι η συνεχόμενη αποξένωση της κοινοβουλευτικής ολιγαρχίας από την λαϊκή βούληση. Σοβαρότατες αποφάσεις για το μέλλον της πατρίδας μας (μνημόνια, κατάργηση εργασιακών και κοινωνικών δικαιωμάτων, μεταναστευτικό, Μακεδονικό κ.ά.) παρότι έρχονται σε αντίθεση με τις απόψεις της συντριπτικής πλειοψηφίας των Ελλήνων, ψηφίζονται από το ελλαδικό κοινοβούλιο, όσο δυναμικά κι αν ο ελληνικός λαός εκφράζει την αντίθεση του. Τις περισσότερες δε φορές, οι αποφάσεις αυτές στηρίζονται σε κόμματα και βο(υ)λευτές, που εξελέγησαν δεσμευόμενοι με αντίθετα πολιτικά προγράμματα -στηρίζονται δηλαδή στην εξαπάτηση των ψηφοφόρων. Το δεύτερο είναι η όλο και αυξανόμενη αποχή από τις εκλογές. Σε μία σταθερή πορεία δύο σχεδόν δεκαετιών, τα ποσοστά της αποχής από 20% αγγίζουν πλέον –και πολλές φορές ξεπερνούν– το 50% του εκλογικού σώματος, γεγονός, που, όπως και να ερμηνευτεί, είναι σαφές ότι εκφράζει πρωτίστως την έλλειψη εμπιστοσύνης των πολιτών προς τις κοινοβουλευτικές διαδικασίες.

Μάλλον βρισκόμαστε στο τέλος μίας εποχής. Και όπως συμβαίνει σε τέτοιες περιόδους τα πράγματα γίνονται όλο και πιο ξεκάθαρα. Τα ολιγαρχικά χαρακτηριστικά της κομματοκρατίας γίνονται απροκάλυπτα. Οι συνδιαλλαγές, η κοροϊδία και οι πολιτικές κωλοτούμπες ξεδιάντροπες. Η βίαιη καταπάτηση της λαϊκής κυριαρχίας σαφέστατη και αλαζονικά επιδεικτική.

Ξεκάθαρη προκύπτει, κατά την γνώμη μου, και η πολιτική προτεραιότητα που οφείλουμε να υπηρετήσουμε, προκειμένου να διεκδικήσουμε την ριζική ανατροπή αυτής της κατάστασης: Το αμεσοδημοκρατικό πρόταγμα προβάλει ως η απαίτηση των καιρών. Η επαναφορά των σημαντικών αποφάσεων απευθείας στον ελληνικό λαό είναι μονόδρομος, για όσους κατανοούν ότι η σήψη τού κομματοκρατικού συστήματος, δεν σηκώνει σοβαρές κοινοβουλευτικές επιδιορθώσεις και μπαλώματα.

Η αποκατάσταση της λαϊκής κυριαρχίας, η επαναφορά της Δημοκρατίας στον τόπο που γεννήθηκε, είναι ο μόνος δρόμος αν θέλουμε να ξαναπάρουμε την πατρίδα μας στα χέρια μας. Κάθε άλλη κουβέντα είναι δευτερεύουσα.

Η θεσμοθέτηση των δημοψηφισμάτων (υποχρεωτικών, ακυρωτικών και πρωτοβουλίας πολιτών), ενός δικαιώματος που απολαμβάνουν οι πολίτες δεκάδων χωρών παγκοσμίως πλην των Ελλήνων, είναι πλέον το Άλφα κάθε συλλογικού αγώνα που διεκδικεί ειλικρινά την ριζική πολιτική μεταβολή στην Ελλάδα. Απέναντι σε όσους αγνόησαν την βούληση του ελληνικού λαού, απέναντι σε όσους τον χρέωσαν, κατήργησαν τα κεκτημένα του, δέσμευσαν την δημόσια περιουσία του, ξεπούλησαν την γη και την ιστορία του επιδιώκοντας να τον αντικαταστήσουν, χωρίς σε τίποτα εξ αυτών να τον ρωτήσουν, η μόνη σοβαρή απάντηση είναι μία: Δεν αναγνωρίζουμε καμία εξουσία στο ολιγαρχικό κοινοβούλιο, προτού εκείνο μας αναγνωρίσει το δικαίωμα να αποφασίζουμε άμεσα –δηλαδή αδιαμφισβήτητα δημοκρατικά– για το μέλλον μας. Δεν έχει ιδιαίτερο νόημα να παίζουμε στο γήπεδο τού συστήματος, διεκδικώντας μικρές αβέβαιες νίκες, ενώ παράλληλα αναγνωρίζουμε ως διαιτητεύουσα μια άνομη εξουσία, που έχει προδιαγράψει την συλλογική ιστορική μας ήττα. Δεν έχει νόημα να διεκδικήσουμε τίποτα λιγότερο από αυτό που μας ανήκει αδιαπραγμάτευτα: Το δικαίωμα μας να αποφασίζουμε άμεσα για εμάς και τα παιδιά μας.

Στο τέλος κάθε εποχής τα πράγματα γίνονται ξεκάθαρα. Το ίδιο και τα ερωτήματα. Έκαστος λοιπόν πρώτα, ας ταχθεί ξεκάθαρα, ασχέτως ιδεολογικών προσήμων και περισπούδαστων ασαφιών: ή με τον λαό, ή με όσους θέλουν να συνεχίσουν να τον αγνοούν…

Τα κείμενα που φιλοξενούνται στον ιστότοπο δεν είναι θέσεις της Δημοκρατικής Αναγέννησης. Είναι, κυρίως, προτάσεις της Επιτροπής Ανασυγκρότησής της. Η οριστικοποίησή τους θα γίνει εν καιρώ από τα όργανά της.

Ο δρόμος της πολιτικής

του Θεόδωρου Ε. Παντούλα

Η γενιά μας είναι η γενιά της ήττας. Αλλά αυτό δεν είναι το χειρότερο. Το χειρότερο είναι πως φτάσαμε στην ήττα χωρίς να δοθεί, στην πραγματικότητα, καμιά μάχη. Aνεπαισθήτως μας έκλεισαν από τον κόσμον έξω. Και ξεμείναμε απορημένοι και παροπλισμένοι σ’ ένα πεδίο βολής που ασκούνται γιάπηδες και τζογαδόροι της διεθνούς χρηματοπιστωτικής μαφίας.
Κοινός τόπος ότι η χώρα έγινε χώρος και μάλιστα μπιρ παρά ενοικιαζόμενος χώρος. Αυτό όμως δεν είναι λόγος να λησμονούμε ότι, όταν κάποιος πέσει, έχει σοβαρές πιθανότητες να ορθοποδήσει. Σε καμιά περίπτωση όμως, όσο σέρνεται –όπως σερνόμαστε εμείς– δεν υπάρχει περίπτωση να ορθοποδήσει. Και κάτι ακόμη: δεν κόβεις το χέρι σου, όταν σε πονάει, και πολύ περισσότερο δεν εμπιστεύεσαι την ίασή του στους κομπογιαννίτες που το αρρώστησαν.
Όλα αυτά θα έπρεπε να είναι αυτονόητα αλλά, δυστυχώς, δεν είναι. Και τα επισημαίνουμε γιατί –παρά την γενικευμένη και παρήγορη απαξίωση του παλαιοκομματισμού– βλέπουμε να σηκώνουν κεφάλι τα χασαπόσκυλα της μεταπολίτευσης, που όποια προβιά κι αν ενδυθούν, ας μην γελιούμαστε –αυτό δεν θα ’ταν βέβαια ελληνοπρεπές– δεν θα αποβάλουν τα κουσούρια της λυκοφιλίας τους.
Η σκιαμαχία μεταξύ αριστεράς και δεξιάς είναι ξεπερασμένη από την ίδια την πραγματικότητα και τον κοινό παρανομαστή τους που είναι τα μνημόνια. Με άλλα λόγια, πολιτικό προσωπικό για να υπηρετηθεί η επιτροπεία υπάρχει και σε περίσσευμα. Αυτό που δεν υπάρχει, είναι ένας συγκροτημένος πατριωτικός –δηλαδή εξ ορισμού κοινωνιοκεντρικός– χώρος, ώστε να πάψουμε να παραπαίουμε μεταξύ του κακού και του χειρότερου.
Αυτός ο χώρος μένει να συγκροτηθεί, όχι για να καλύψει κανένα κενό, αλλά για να επαναφέρει την πολιτική –και όχι την διεκπεραίωση– στην δημόσια διαβούλευση. Αλλά δεν θα συγκροτηθεί από μόνος. Θα τον γεννοβολήσει η ιστορία και θα είναι «τέκνο της Ανάγκης κι ώριμο τέκνο της Οργής» όλων εκείνων που μέχρι σήμερα δεν έχουν φωνή, όλων εκείνων που δεν συνθηκολόγησαν με την κατεστημένη ευτέλεια.
«Τι θα κερδίσουμε», «είμαστε λίγοι» κ.λπ. μουρμουράν ήδη όσοι έχουν κάνει την χρόνια ανημπόρια τους να συνυπάρξουν επιχείρημα της απραξίας τους.
Μα αν ήταν λογιστικές οι προσεγγίσεις στις ιστορικές προκλήσεις, θα είχαμε ήδη εξαφανιστεί ως ιστορικό υποκείμενο. Ποτέ άλλωστε οι συνθήκες δεν ήσαν κατάλληλες κι εμείς ποτέ δεν ήμασταν πολλοί.
Ο μνησιπήμων στρατηγός τα είχε λογαριασμένα αυτά: «η τύχη μάς έχει τους Έλληνες πάντοτε ολίγους. Ότι αρχή και τέλος, παλαιόθε και ως τώρα, όλα τα θεριά πολεμούν να μας φάνε και δεν μπορούνε. Τρώνε από μας και μένει και μαγιά».
Αυτό ας γίνουμε: η μαγιά. Κι όποιος δεν θέλει να ζυμώσει, ας μείνει να κοσκινίζει την μίρλα του.
Μέχρι σήμερα αποδείχθηκε ότι είμαστε λίγοι – όχι αριθμητικά, πολιτικά λίγοι. Και σε πολλές περιπτώσεις οι εγωισμοί μας μεγαλύτεροι από την φιλοπατρία, στο όνομα της οποίας εργαστήκαμε. Γι’ αυτό και δεν μακροημέρευσαν προσπάθειας που τις συγκροτούσαν περισσότερο πρόσωπα και λιγότερο ιδέες.
Από τούδε το όποιο πολιτικό εγχείρημα τολμήσουμε δεν θα κριθεί από το πόσοι είμαστε αλλά αν είμαστε μπόσικοι.

Τα κείμενα που φιλοξενούνται στον ιστότοπο δεν είναι θέσεις της Δημοκρατικής Αναγέννησης. Είναι, κυρίως, προτάσεις της Επιτροπής Ανασυγκρότησής της. Η οριστικοποίησή τους θα γίνει εν καιρώ από τα όργανά της.

Ιδού, ο στρατός σας!

Έτσι αντιλαμβάνεται η κυβέρνηση-ξενοδόχος τον διάλογο με τις τοπικές κοινωνίες και τους ακρίτες, που εδώ και χρόνια υφίστανται τις συνέπειες από την χρόνια απουσία πολιτικής για τις λαθρομεταναστευτικές ροές.

 Εταίροι μας, ιδού ο στρατός σας.

Να μεγιστοποιήσουμε τις πολεμικές μας ικανότητες

του Στέλιου Παπαθεμελή

Ενώ διεξάγεται, κακή τη μοίρα, μία (ακόμη) ελληνοτουρκική διαβούλευση για Μέτρα Οικοδόμησης (υποτίθεται) Εμπιστοσύνης, ο υπερβουλιμικός γείτων πραγματοποίησε προχθές 68 παραβιάσεις του εναερίου χώρου μας με 16 αεροσκάφη – τα μισά απ’ αυτά οπλισμένα. Το άνευ ορίων θράσος του (ψευδο)σουλτάνου θριάμβευσε και πάλι. Είπε: «Η Αθήνα έχει αρχίσει να δέχεται (sic!) το καθεστώς που κήρυξε η Άγκυρα στην ανατολική Μεσόγειο». Η Αθήνα όχι βέβαια, εκτός αν την εκπροσωπούν –άπαγε της βλασφημίας– η Ντόρα και ο ΓΑΠ! Οι δύο τελευταίοι τάχθηκαν προχθές από το βήμα του γνωστού ΕΛΙΑΜΕΠ αναφανδόν υπέρ της Χάγης  και του «συμβιβασμού»!
Το Oruc Reis παραβίασε ωμά τα κυριαρχικά μας δικαιώματα και αντί να το απομακρύνουμε με την αποτρεπτική ισχύ μας συρθήκαμε σε ανούσιες συζητήσεις για ΜΟΕ και άλλα σαχλοειδή…
Σωστός, σωστότατος ο Γ. Μαλούχος: «Ο διάλογος για να σταματήσουν να κάνουν κάτι όσο παραπάνω το κάνουν, τόσο εμείς σερνόμαστε σε έναν γελοίο διάλογο για να τους… πείσουμε να μην το κάνουν. Πρόκειται για τον ορισμό τού παραλογισμού και το απαύγασμα της γελοιότητας. Και αυτά δεν κρύβονται. Με τίποτα» (ΝΕΑ,15/16.2.20).

«Νιώθω για σε, πατρίδα μου, στα σπλάχνα χαλασμό»

Είμαστε από καλή γενιά. Από αρχαία γενιά. Δεν αντέξαμε όμως το βάρος της ιστορίας. Προσαράξαμε στην δανειοδίαιτη ανεμελιά του παρόντος. Και αύτανδροι βουλιάζουμε όσο η ορχήστρα παίζει βαριεστημένα λαμπάντες Βρυξελλών. Διότι κι η Ευρώπη κουρασμένη είναι. Και τρώει τις σάρκες της ανήμπορη να υπερασπιστεί τον εαυτό της. Κι εμείς, σαρξ εκ της σαρκός της, είμαστε το μενού – ανύποπτοι και μοιραίοι.

Όλα δείχνουν ότι θα ξαναζήσουμε μεγάλες στιγμές και μεγάλες πομπές. Ανεστάλη, λόγου χάρη, για τρία χρόνια ο ΦΠΑ στις οικοδομές. Αυτό είναι το όραμά τους για την χώρα: το τσιμέντωμα. Κι ό,τι περισσεύει να μοιραστεί σε χοτ-σποτ απελπισμένων και τουριστικές ατραξιόν.

Κι από κοντά η «συνεκμετάλλευση». Οι δουλειές δεν μπορεί να περιμένουν.

Τι να γίνει, εκτός από μικροπρεπείς, βρεθήκαμε και μικροί. Μην τα βάλουμε με τα θεριά. Ας τα αφήσουμε λοιπόν να μας καταπιούν.

Εμείς, στριμωγμένοι στους γκισέδες για τις δόσεις μας δεν έχουμε να περιμένουμε τίποτα από τους τοποτηρητές της εκποίησης – ούτε καν τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα. Ο παραπολιτικός υπόκοσμος θα συγχαίρει τον εαυτό του, που αντί να είναι υπόλογος, την βγάζει μπέικα κι οι υπόλοιποι, φλυαρώντας για το φύλο των αγγέλων, θα παρακολουθούμε την κατάρρευση ανήμποροι. Γιατί μόνο έτσι μπορεί να γίνει η δουλειά: όσο μένουμε παραιτημένοι και παραδομένοι σε μιαν απελπισία που ψευδώνυμα ονομάζουμε «υπομονή».

Στην δική μας την γενιά λοιπόν, την γενιά των μαλθακών της μεταπολίτευσης, έλαχε ο κλήρος ή να γίνουμε -κυριολεκτικά- οι τελευταίοι των Ελλήνων ή η σπορά της αναγέννησής τους.